15/06/2026
Σεβ. Μητροπολίτου Σουηδίας κ. Κλεόπα
Ομιλία στην Κυριακή Β´ Ματθαίου
Καθεδρικός Ναός Αγίου Γεωργίου Στοκχόλμης
Κυριακή, 14 Ιουνίου 2026
Θεοφιλέστατε Άγιε Ελαίας κ. Βαρθολομαίε,
Μουσικολογιώτατοι,
Αγαπητοί εν Χριστώ Αδελφοί,
Αγαπημένα μας παιδιά,
Η σημερινή ευαγγελική περικοπή μάς μεταφέρει στις ακτές της λίμνης Γεννησαρέτ, εκεί όπου ο Χριστός άρχισε να συγκροτεί τον κύκλο των μαθητών Του.
Μετά την έναρξη του δημοσίου κηρύγματός Του στη Γαλιλαία, ο Χριστός περπατά κατά μήκος της θάλασσας και συναντά δύο αδέλφια, τον Σίμωνα, που αργότερα ονομάστηκε Πέτρος, και τον Ανδρέα.
Λίγο πιο πέρα, συναντά άλλα δύο αδέλφια, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, τους υιούς Ζεβεδαίου. Όλοι τους ήταν ψαράδες. Άνθρωποι απλοί, εργατικοί, χωρίς ιδιαίτερη κοινωνική θέση ή ανθρώπινη δόξα κι όμως, αυτούς ακριβώς διάλεξε ο Κύριος, για να γίνουν οι θεμέλιοι λίθοι της Εκκλησίας Του.
Το γεγονός αυτό προκάλεσε από νωρίς τον θαυμασμό των θεοφόρων Πατέρων. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος διερωτάται, γιατί ο Χριστός δεν κάλεσε πρώτα τους γραμματείς, τους νομοδιδασκάλους ή τους φιλοσόφους της εποχής Του και απαντά, ότι ο Θεός ενεργεί με τρόπο που καταλύει την ανθρώπινη αλαζονεία. Επιλέγει τους ταπεινούς, για να φανερωθεί η δύναμη Του.
Εάν οι Απόστολοι ήταν σοφοί κατά κόσμον, οι άνθρωποι θα απέδιδαν την επιτυχία του Ευαγγελίου στις φυσικές τους ικανότητες. Τώρα όμως, κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει ανθρώπινα το πώς λίγοι αλιείς κατόρθωσαν ν᾽ αλλάξουν την ιστορία του κόσμου.
Ο Απόστολος Παύλος θα διατυπώσει αργότερα την ίδια αλήθεια όταν γράφει ότι «ἀλλὰ τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός, ἵνα τοὺς σοφοὺς καταισχύνῃ· καὶ τὰ ἀσθενῆ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός, ἵνα καταισχύνῃ τὰ ἰσχυρά». (Κορ. Α´1:27)
Η Εκκλησία δεν στηρίχθηκε ποτέ στη δύναμη των όπλων, ούτε στον πλούτο, ούτε στην πολιτική εξουσία. Στηρίχθηκε στη δύναμη του Σταυρού και στη χάρη του Αγίου Πνεύματος.
Ας προσέξουμε όμως και το περιεχόμενο της προσκλήσεως του Χριστού. Δεν τους λέγει απλώς να Τον ακολουθήσουν. Τους υπόσχεται μία νέα αποστολή: «Δεῦτε ὀπίσω μου, καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων».
Μέχρι εκείνη τη στιγμή, οι άνθρωποι αυτοί γνώριζαν μόνο την τέχνη της αλιείας. Ολόκληρη η ζωή τους περιστρεφόταν γύρω από τη θάλασσα, τα δίχτυα και τα πλοιάρια. Ο Κύριος όμως δεν καταργεί τα χαρίσματά τους· τα μεταμορφώνει. Παίρνει την εμπειρία τους και της δίνει αιώνια προοπτική.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας βλέπουν σε αυτή τη φράση έναν βαθύ συμβολισμό. Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας εξηγεί ότι οι Απόστολοι θα ρίξουν πλέον τα δίχτυα του θείου λόγου μέσα στη θάλασσα της ανθρωπότητος κι όπως ο ψαράς ανεβάζει το ψάρι από τα σκοτεινά βάθη στο φως, έτσι και οι Απόστολοι θα ανεβάζουν τις ανθρώπινες ψυχές από τα βάθη της αμαρτίας και της πλάνης στο φως της γνώσεως του Θεού.
Πόσο όμορφη είναι αυτή η εικόνα! Στην κοινή αλιεία, το ψάρι συλλαμβάνεται για να πεθάνει. Στην πνευματική αλιεία, ο άνθρωπος συλλαμβάνεται από την αγάπη του Θεού, για να ζήσει. Δεν χάνει την ελευθερία του, αλλά την ανακαλύπτει.
Εκείνο όμως που εντυπωσιάζει περισσότερο είναι η ανταπόκριση των μαθητών. Ο Ευαγγελιστής σημειώνει ότι «ευθέως» άφησαν τα δίχτυα τους και ακολούθησαν τον Χριστό. Ο ιερός Χρυσόστομος στέκεται ιδιαίτερα σε αυτή τη λέξη. Πώς είναι δυνατόν, λέγει, άνθρωποι που μόλις γνώρισαν τον Χριστό, να εγκαταλείπουν τα πάντα; Η απάντηση βρίσκεται στο ότι η χάρις του Θεού είχε ήδη αγγίξει την καρδιά τους. Ο εξωτερικός λόγος του Χριστού συνοδευόταν από την εσωτερική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος.
Η άμεση υπακοή των μαθητών γίνεται διαχρονικό μάθημα για κάθε χριστιανό. Ο Θεός καλεί και εμάς καθημερινά στη μετάνοια, την προσευχή, τη συγχώρηση και την ταπείνωση. Συχνά όμως εμείς απαντούμε με αναβολές. Περιμένουμε μια πιο κατάλληλη στιγμή. Περιμένουμε να λυθούν τα προβλήματα της ζωής μας. Περιμένουμε να τακτοποιηθούν οι υποθέσεις μας κι έτσι περνούν μήνες και χρόνια χωρίς ουσιαστική πνευματική πρόοδο.
Οι Απόστολοι μάς διδάσκουν ότι, όταν ο Θεός καλεί, η καλύτερη απάντηση είναι η άμεση ανταπόκριση. Δεν γνώριζαν, πού θα τους οδηγήσει ο δρόμος. Δεν γνώριζαν τις δοκιμασίες που τους περίμεναν. Δεν γνώριζαν τους διωγμούς, τις φυλακές και τα μαρτύρια. Εμπιστεύθηκαν όμως Εκείνον που τους καλούσε.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η ουσία της πίστεως. Πίστη δεν είναι απλώς η αποδοχή κάποιων αληθειών. Είναι εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του Χριστού. Είναι η βεβαιότητα ότι όπου οδηγεί ο Χριστός, εκεί βρίσκεται η σωτηρία, ακόμη και αν ο δρόμος περνά μέσα από θλίψεις και δοκιμασίες.
Ο Άγιος Θεοφύλακτος Βουλγαρίας παρατηρεί ότι οι μαθητές άφησαν, όχι μόνον τα υλικά τους υπάρχοντα, αλλά και το ίδιο τους το θέλημα. Αυτό είναι το δυσκολότερο έργο της πνευματικής ζωής, διότι πολλές φορές είμαστε έτοιμοι να προσφέρουμε κάτι εξωτερικό στον Θεό, αλλά δυσκολευόμαστε να Του παραδώσουμε την καρδιά μας.
Κρατούμε τις επιθυμίες μας, τα σχέδιά μας, τους λογισμούς μας και ζητούμε από τον Θεό απλώς να τα ευλογήσει. Οι Απόστολοι όμως έκαναν κάτι βαθύτερο· παρέδωσαν ολόκληρη την ύπαρξή τους στον Χριστό.
Ας προσέξουμε ακόμη ότι ο Κύριος καλεί ανθρώπους που εργάζονται. Τους βρίσκει μέσα στον κόπο τους. Δεν είναι αδρανείς, ούτε αμέτοχοι στη ζωή. Ο Θεός ευλογεί τον άνθρωπο που αγωνίζεται. Η χάρις δεν έρχεται να αντικαταστήσει τον κόπο μας, αλλά να τον μεταμορφώσει. Οι μαθητές εργάζονταν ως ψαράδες· αργότερα θα εργαστούν ως Απόστολοι. Στην πραγματικότητα δεν εγκαταλείπουν την εργασία· αλλάζουν το περιεχόμενό της.
Η σημερινή περικοπή μάς υπενθυμίζει, επίσης, ότι η Εκκλησία είναι κοινότητα προσώπων. Δεν καλούνται μεμονωμένα άτομα, αλλά αδέλφια. Ο Πέτρος μαζί με τον Ανδρέα. Ο Ιάκωβος μαζί με τον Ιωάννη.
Από την πρώτη στιγμή, ο Χριστός οικοδομεί μία οικογένεια πίστεως. Η σωτηρία δεν είναι ατομική υπόθεση. Δεν πορευόμαστε μόνοι προς τον Θεό. Πορευόμαστε μέσα στο σώμα της Εκκλησίας, μέσα στην κοινωνία των Αγίων, μέσα στη λατρευτική ζωή και στα Ιερά Μυστήρια.
Η κλήσις των πρώτων μαθητών δεν είναι ένα περιστατικό του παρελθόντος. Είναι μία διαρκής πραγματικότητα. Ο ίδιος Χριστός περνά και σήμερα από τη ζωή μας. Στέκεται μπροστά στην καρδιά μας και επαναλαμβάνει τα ίδια λόγια: «Δεῦτε ὀπίσω μου».
Δεν ζητάει απλώς να Τον θαυμάσουμε. Δεν ζητάει απλώς να Τον αναγνωρίσουμε ως διδάσκαλο. Ζητάει να Τον ακολουθήσουμε.
Όσο ο άνθρωπος ακολουθεί μόνο τον εαυτό του, παραμένει εγκλωβισμένος στα όρια της φθοράς και του θανάτου. Όταν όμως ακολουθεί τον Χριστό, αρχίζει να βαδίζει την οδό της αιωνίου ζωής.
Οι τέσσερις ψαράδες της Γαλιλαίας άφησαν πίσω τους λίγα δίχτυα κι ένα μικρό πλοιάριο, αλλά κέρδισαν τη Βασιλεία του Θεού. Έγιναν φωστήρες της Οικουμένης και οδηγοί αμέτρητων ψυχών προς τη σωτηρία.
Είθε ο Κύριος να μας χαρίσει την απλότητα της καρδιάς τους, την προθυμία της υπακοής τους και τη φλόγα της πίστεώς τους, ώστε κι εμείς να ανταποκρινόμαστε καθημερινά στο κάλεσμά Του και να αξιωθούμε να γίνουμε αληθινοί μαθητές Του, προς δόξαν του Παναγίου Ονόματός Του και σωτηρία των ψυχών μας. Αμήν!
Dearly Beloved Brothers and Sisters in Christ,
On this Second Sunday of Matthew, the Gospel presents Christ calling the first disciples as they were engaged in their ordinary work by the Sea of Galilee. The Lord did not choose powerful rulers, wealthy merchants, or famous scholars.
Instead, He called humble fishermen and transformed them into Apostles who would bring the message of salvation to the whole world. This reminds us that God does not look first at human abilities or social status, but at the openness of the heart. When a person is willing to follow Christ, divine grace can accomplish far more than human strength alone.
The immediate response of Peter, Andrew, James, and John is particularly striking. They left their nets and followed the Lord without hesitation. Their example teaches us that discipleship requires trust. God often calls us in the midst of our daily responsibilities, inviting us to place Him at the center of our lives.
The Christian journey begins when we learn to respond generously to His voice rather than postponing our spiritual commitments for a more convenient time.
The Fathers of the Church teach that Christ continues to call people in every generation. He calls us to repentance, prayer, love, and service. Just as the first disciples became “fishers of people,” every Christian is called to bear witness to the Gospel through words, actions, and a life shaped by faith. When we follow Christ with sincerity and perseverance, our ordinary lives become instruments of His grace, bringing hope and light to those around us.