12/05/2026
...«Πέντε γάρ ἄνδρας ἔσχες». Κι όμως δεν ακούστηκε καταδίκη. Μόνο η θλίψη του Θεού για όλες τις φορές που ο άνθρωπος ζητιανεύει σταγόνες αγάπης ενώ μέσα του κοιμάται ωκεανός.
Κι εκείνη στάθηκε γυμνή μέσα στην αλήθεια χωρίς να διαλυθεί. Αυτό είναι το θαύμα. Όχι πως ο Θεός γνωρίζει. Αλλά πως γνωρίζει και συνεχίζει να αγαπά.
Γι’ αυτό και η γυναίκα άφησε τη στάμνα της. Δεν ήταν απλώς ένα δοχείο. Ήταν ολόκληρη η παλιά της ζωή. Η συνήθεια να επιστρέφει κάθε μέρα στο ίδιο πηγάδι της ανεπάρκειας.
Η αδιάκοπη διαπραγμάτευση με τη δίψα της. Η πίστη πως κάτι έξω απ’ αυτήν θα μπορούσε επιτέλους να τη συμπληρώσει.
Κι έφυγε χωρίς νερό μα για πρώτη φορά χωρίς έλλειψη.
Έτρεχε στους δρόμους όχι σαν αμαρτωλή που ζητά συγγνώμη αλλά σαν άνθρωπος που ανακάλυψε ότι η ψυχή μπορεί να γίνει άνοιξη. «Δεῦτε ἴδετε ἄνθρωπον». Δεν είπε: «Δεῦτε ἴδετε Θεόν».
Γιατί όποιος συναντά αληθινά τον Θεό βλέπει επιτέλους και τον άνθρωπο. Τον αληθινό άνθρωπο. Αυτόν που κρύβεται κάτω από τις στάχτες, κάτω από τα λάθη, κάτω από τις αλλεπάλληλες διαψεύσεις.
Κι από τότε η Εκκλησία μοιάζει μ’ εκείνο το πηγάδι.
Ένας τόπος όπου έρχονται οι διψασμένοι κρατώντας στάμνες γεμάτες ρωγμές.
Κι ο Θεός δεν τους ζητά πρώτα καθαρότητα.Τους ζητά μόνο να μη φύγουν πριν Του μιλήσουν.
Γιατί η σωτηρία ίσως αρχίζει έτσι: όχι όταν πάψει κανείς να διψά, αλλά όταν καταλάβει επιτέλους πως η δίψα του είναι ήδη μια μυστική μορφή προσευχής.
Αλέξανδρος Κούρος