13/09/2026
Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου
Ύψωσις του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού
Απόστολος - Ευαγγέλιο
Απόστολος:
Προς Κορινθίους Α΄ (α΄18–24)
Ἀδελφοί,
Ὁ λόγος γὰρ ὁ τοῦ σταυροῦ τοῖς μὲν ἀπολλυμένοις μωρία ἐστί, τοῖς δὲ σῳζομένοις ἡμῖν δύναμις Θεοῦ ἐστι. Γέγραπται γάρ· ἀπολῶ τὴν σοφίαν τῶν σοφῶν, καὶ τὴν σύνεσιν τῶν συνετῶν ἀθετήσω. Ποῦ σοφός; Ποῦ γραμματεύς; Ποῦ συζητητὴς τοῦ αἰῶνος τούτου; Οὐχὶ ἐμώρανεν ὁ Θεὸς τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου; Ἐπειδὴ γὰρ ἐν τῇ σοφίᾳ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔγνω ὁ κόσμος διὰ τῆς σοφίας τὸν Θεόν, εὐδόκησεν ὁ Θεὸς διὰ τῆς μωρίας τοῦ κηρύγματος σῶσαι τοὺς πιστεύοντας.
Ἐπειδὴ καὶ Ἰουδαῖοι σημεῖον αἰτοῦσι καὶ Ἕλληνες σοφίαν ζητοῦσιν, ἡμεῖς δὲ κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον, Ἰουδαίοις μὲν σκάνδαλον, Ἕλλησι δὲ μωρίαν, αὐτοῖς δὲ τοῖς κλητοῖς, Ἰουδαίοις τε καὶ Ἕλλησι, Χριστὸν Θεοῦ δύναμιν καὶ Θεοῦ σοφίαν.
Απόδοση :
Αδελφοί,
Το κήρυγμα περί του σταυρού σ’ εκείνους που χάνονται είναι ανοησία , αλλά σ’ εμάς που σωζόμαστε είναι δύναμις Θεού. Διότι είναι γραμμένο: Θα εξαφανίσω την σοφίαν των σοφών και την σύνεσιν των συνετών θα εκμηδενίσω. Που είναι ο σοφός; Που ο γραμματέας; Που ο συζητητὴς του κόσμου τούτου; Δεν τρέλανε ὁ Θεὸς την σοφίαν του κόσμου τούτου; Διότι αφού, κατὰ την σοφίαν του Θεού, ο κόσμος δεν γνώρισε με την σοφίαν του τον Θεόν, ευδοκήμησεν ο Θεὸς με την τρέλα του κηρύγματος να σώσει εκείνους που πιστεύουν.
Οι Ιουδαίοι θέλουν θαύματα, οι δε Έλληνες ζητούν σοφίαν, εμείς όμως κηρύσσουμε Χριστὸν σταυρωμένο, ο οποίος στους μεν τοὺς Ιουδαίους είναι σκάνδαλον, στους δε τοὺς Έλληνες τρέλα, αλλά σ’ εκείνους που είναι καλεσμένοι, Ιουδαίους και Έλληνες, ο Χριστὸς είναι Θεού δύναμις και Θεού σοφία.
Ευαγγέλιο :
Κατά Ιωάννην (ιθ΄ 6-11, 13-20, 25-28, 30-35)
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, συμβούλιον ἔλαβον οἱ Ἀρχιερείς καί οἱ Πρεσβύτεροι κατά τοῦ Ἰησοῦ, ὅπως αὐτόν ἀπολέσωσι. Και παρεγένοντο προς τον Πιλάτον λέγοντες· Σταύρωσον σταύρωσον αὐτόν. Λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· λάβετε αὐτὸν ὑμεῖς καὶ σταυρώσατε· ἐγὼ γὰρ οὐχ εὑρίσκω ἐν αὐτῷ αἰτίαν. Ἀπεκρίθησαν αὐτῷ οἱ Ἰουδαῖοι· ἡμεῖς νόμον ἔχομεν, καὶ κατὰ τὸν νόμον ἡμῶν ὀφείλει ἀποθανεῖν, ὅτι ἑαυτὸν Θεοῦ υἱὸν ἐποίησεν.
Ὅτε οὖν ἤκουσεν ὁ Πιλᾶτος τοῦτον τὸν λόγον, μᾶλλον ἐφοβήθη, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ πραιτώριον πάλιν καὶ λέγει τῷ Ἰησοῦ· πόθεν εἶ σύ; Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπόκρισιν οὐκ ἔδωκεν αὐτῷ. Λέγει οὖν αὐτῷ ὁ Πιλᾶτος· ἐμοὶ οὐ λαλεῖς; Οὐκ οἶδας ὅτι ἐξουσίαν ἔχω σταυρῶσαί σε καὶ ἐξουσίαν ἔχω ἀπολῦσαί σε; Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· οὐκ εἶχες ἐξουσίαν οὐδεμίαν κατ' ἐμοῦ, εἰ μὴ ἦν σοι δεδομένον ἄνωθεν.
Ὁ οὖν Πιλᾶτος ἀκούσας τοῦτον τὸν λόγον ἤγαγεν ἔξω τὸν Ἰησοῦν, καὶ ἐκάθισεν ἐπὶ τοῦ βήματος εἰς τόπον λεγόμενον Λιθόστρωτον, ἑβραϊστὶ δὲ Γαββαθᾶ· ἦν δὲ παρασκευὴ τοῦ πάσχα, ὥρα δὲ ὡσεὶ ἕκτη· καὶ λέγει τοῖς Ἰουδαίοις· ἴδε ὁ βασιλεὺς ὑμῶν. Οἱ δὲ ἐκραύγασαν· ἆρον ἆρον, σταύρωσον αὐτόν. λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· τὸν βασιλέα ὑμῶν σταυρώσω; ἀπεκρίθησαν οἱ ἀρχιερεῖς· οὐκ ἔχομεν βασιλέα εἰ μὴ Καίσαρα. Τότε οὖν παρέδωκεν αὐτὸν αὐτοῖς ἵνα σταυρωθῇ.
Παρέλαβον δὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἤγαγον· καὶ βαστάζων τὸν σταυρὸν αὐτοῦ ἐξῆλθεν εἰς τὸν λεγόμενον κρανίου τόπον, ὃς λέγεται ἑβραϊστὶ Γολγοθᾶ, ὅπου αὐτὸν ἐσταύρωσαν, καὶ μετ' αὐτοῦ ἄλλους δύο ἐντεῦθεν καὶ ἐντεῦθεν, μέσον δὲ τὸν Ἰησοῦν.
Ἔγραψε δὲ καὶ τίτλον ὁ Πιλᾶτος καὶ ἔθηκεν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ· ἦν δὲ γεγραμμένον· Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων. Τοῦτον οὖν τὸν τίτλον πολλοὶ ἀνέγνωσαν τῶν Ἰουδαίων, ὅτι ἐγγὺς ἦν τῆς πόλεως ὁ τόπος ὅπου ἐσταυρώθη ὁ Ἰησοῦς· καὶ ἦν γεγραμμένον Ἑβραϊστί, Ἑλληνιστί, Ρωμαϊστί.
Οἱ μὲν οὖν στρατιῶται ταῦτα ἐποίησαν. Εἱστήκεισαν δὲ παρὰ τῷ σταυρῷ τοῦ Ἰησοῦ ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ ἡ ἀδελφὴ τῆς μητρὸς αὐτοῦ, Μαρία ἡ τοῦ Κλωπᾶ καὶ Μαρία ἡ Μαγδαληνή. Ἰησοῦς οὖν ἰδὼν τὴν μητέρα καὶ τὸν μαθητὴν παρεστῶτα ὃν ἠγάπα, λέγει τῇ μητρὶ αὐτοῦ· γύναι, ἴδε ὁ υἱός σου. Εἶτα λέγει τῷ μαθητῇ· ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου. Καὶ ἀπ' ἐκείνης τῆς ὥρας ἔλαβεν ὁ μαθητὴς αὐτὴν εἰς τὰ ἴδια.
Μετὰ τοῦτο εἰδὼς ὁ Ἰησοῦς ὅτι πάντα ἤδη τετέλεσται, ἵνα τελειωθῇ ἡ γραφή, λέγει· διψῶ. Σκεῦος οὖν ἔκειτο ὄξους μεστόν· οἱ δὲ πλήσαντες σπόγγον ὄξους καὶ ὑσσώπῳ περιθέντες προσήνεγκαν αὐτοῦ τῷ στόματι. Ὅτε οὖν ἔλαβε τὸ ὄξος ὁ Ἰησοῦς εἶπε, τετέλεσται, καὶ κλίνας τὴν κεφαλὴν παρέδωκε τὸ πνεῦμα.
Οἱ οὖν Ἰουδαῖοι, ἵνα μὴ μείνῃ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ τὰ σώματα ἐν τῷ σαββάτῳ, ἐπεὶ παρασκευὴ ἦν· ἦν γὰρ μεγάλη ἡ ἡμέρα ἐκείνη τοῦ σαββάτου· ἠρώτησαν τὸν Πιλᾶτον ἵνα κατεαγῶσιν αὐτῶν τὰ σκέλη, καὶ ἀρθῶσιν. Ἦλθον οὖν οἱ στρατιῶται, καὶ τοῦ μὲν πρώτου κατέαξαν τὰ σκέλη καὶ τοῦ ἄλλου τοῦ συσταυρωθέντος αὐτῷ· ἐπὶ δὲ τὸν Ἰησοῦν ἐλθόντες ὡς εἶδον αὐτὸν ἤδη τεθνηκότα, οὐ κατέαξαν αὐτοῦ τὰ σκέλη, ἀλλ' εἷς τῶν στρατιωτῶν λόγχῃ αὐτοῦ τὴν πλευρὰν ἔνυξε, καὶ εὐθέως ἐξῆλθεν αἷμα καὶ ὕδωρ.
Καὶ ὁ ἑωρακὼς μεμαρτύρηκε, καὶ ἀληθινὴ αὐτοῦ ἐστιν ἡ μαρτυρία, κἀκεῖνος οἶδεν ὅτι ἀληθῆ λέγει, ἵνα καὶ ὑμεῖς πιστεύσητε.
Απόδοση :
Τον καιρό εκείνον, πραγματοποίησαν συμβούλιον οι Αρχιερείς και οι Πρεσβύτεροι κατά του Ιησού, για να τον θανατώσουν. Και απευθύνθηκαν στον Πιλάτον λέγοντας: «Σταύρωσε τον, σταύρωσε τον». Ο Πιλάτος τοὺς λέγει, «Πάρτε τον εσείς και σταυρώστε τον διότι εγώ δεν του βρίσκω καμμίαν βάσιν για κατηγορίαν». Οι Ιουδαίοι του αποκρίθηκαν, «Εμείς έχουμε νόμον και κατὰ τον νόμον μας οφείλει να πεθάνει, διότι έκανε τον εαυτόν του Υιό του Θεού».
Όταν ο Πιλάτος άκουσε τον λόγον αυτόν, εφοβήθηκε περισσότερον και μπήκε πάλις στο κυβερνείο και λέγει στον Ιησού, «πὸ που είσαι εσύ;». Αλλ’ ο Ιησούς δεν του έδωσε απάντηση. Ο Πιλάτος του λέγει, «Σ’ εμένα δεν μιλάς; Δὲν ξέρεις ότι έχω εξουσία να σε αφήσω ελεύθερο;». Αποκρίθηκε ο Ιησούς, «Δεν θα είχες καμμία εξουσία εναντίον μου, εάν δεν σου είχε δοθεί από άνωθεν.».
Όταν άκουσε ο Πιλάτος, έφερε έξω τον Ιησού, αυτός δε κάθησε στην δικαστικὴν έδρα, σε τόπον που λέγεται Λιθόστρωτον, στα Εβραϊκά Γαββαθά. Ήταν η ημέρα της Παρασκευής του Πάσχα, η ώρα δε ήταν περίπου έκτη, και λέγει στους Ιουδαίους, «Να, ο βασιλιάς σας». Εκείνοι εφωναζαν, «´Αρον, άρον, σταύρωσέ τον». Ο Πιλάτος τοὺς λέγει, «Τον βασιλέα σας να σταυρώσω;». Αποκρίθηκαν οι αρχιερείς, «Δεν έχουμε βασιλέα παρὰ τον Καίσαρα». Τότε τοὺς τον παρέδωσε για να σταυρωθεί.
Εκείνοι επήραν τον Ιησού και έφυγαν, αυτός δε κρατώντας τον σταυρόν του βγήκε στον λεγόμενον Κρανίου τόπον, ο οποίος στα Εβραϊκά λέγεται Γολγοθάς, όπου τον σταύρωσαν και μαζί του άλλους δύο, απὸ το ένα μέρος και απὸ το άλλο, και τον Ιησού στην μέση.
Έγραψε δε ο Πιλάτος επιγραφή και την έβαλε επάνω στον σταυρό· η επιγραφή ήταν: Ιησούς ο Ναζωραίος ο βασιλιάς των Ιουδαίων. Την επιγραφή αυτήν διάβασαν πολλοὶ απὸ τοὺς Ιουδαίους, διότι ήταν δίπλα από την πόλη όπου σταυρώθηκε ο Ιησούς, ήταν δε γραμμένη στην Εβραϊκή ,στην Ελληνική και στην Λατινικὴν γλώσσα.
Κοντὰ στον σταυρὸν του Ιησού εστεκετο η μητέρα του και η αδελφή της μητέρας του, η Μαρία η σύζυγος του Κλωπά και η Μαρία η Μαγδαληνή. Όταν είδε ο Ιησούς την μητέρα του και τον μαθητὴν που αγαπούσε, να στέκεται κοντά της, είπε στην μητέρα του «Γυναίκα, να ο υιός σου». Έπειτα είπε στον μαθητήν, «Να η μητέρα σου». Και απ’ εκείνην την ώρα την επηρε ο μαθητὴς στο σπίτι του.
Ύστερα, επειδή εγνώριζε ο Ιησούς ότι όλα έχουν ήδη εκτελεςτεί, για να εκπληρωθεί σε όλα η γραφή, λέγει, «Διψώ». Εκεί ευρίσκετο δοχείο γεμάτο ξύδι. Οι στρατιώτες έβρεξαν ένα σφουγγάρι με ξύδι, το έβαλαν σε ένα κοντάρι και το έφεραν στο στόμα του. Όταν ο Ιησούς επηρε το ξύδι, είπε, «Τελείωσε», και αφού έγυρε το κεφάλι, παρέδωσε το πνεύμα.
Επειδή ήταν ημέρα της Παρασκευής και για να μην μείνουν τα σώματα στον σταυρὸν κατὰ το Σάββατον – διότι ήταν μεγάλη η ημέρα εκείνη του Σαββάτου – οι Ιουδαίοι παρεκάλεσαν τον Πιλάτον να συντρίψουν τα σκέλη τους και να κατεβάσουν τα σώματα. Ήλθαν λοιπὸν οι στρατιώτες και του μεν πρώτου συνέτριψαν τα σκέλη ως και του αλλού που είχε σταυρωθεί μαζί του. Ἀλλ’ όταν ήλθαν στον Ιησού, είδαν ότι είχε ήδη πεθάνει και δεν συνέτριψαν τα σκέλη του, αλλ’ ένας απὸ τοὺς στρατιώτες τρύπησε με την λόγχην την πλευράν του και αμέσως βγήκε αίμα και νερό.
Εκείνος που το είδε έχει δώσει μαρτυρίαν γι’ αυτό και είναι αληθινή η μαρτυρία του, και ξέρει ότι λέει τὴν αλήθεια για να πιστέψετε και σείς.