08/06/2026
Άγιος Θεοφάνης ο Νεομάρτυρας (08/06)
Ο Άγιος Θεοφάνης, κατά κόσμον Θεόδωρος, γεννήθηκε από ευσεβείς γονείς, τον Νικόλαο & την Κύρω. Κάποιες πηγές αναφέρουν ως τόπο καταγωγής του το χωριό Ζαπάντι, σημερινό Καλόβρυση της Καλαμάτας, του νομού Μεσσηνίας, αν & υπάρχουν πηγές που αναφέρουν ως τόπο καταγωγής του το χωριό Ζαπάντι στα Καλάβρυτα, του νομού Αχαΐας.
Ο νεαρός, ακόμα, Θεόδωρος, μετέβη για βιοποριστικούς λόγους στην Κωνσταντινούπολη όπου μάθαινε τη ραπτική τέχνη. Πέρα από τη φιλομάθεια & τις αρετές που υπέβοσκαν μέσα του, διακρινόταν & για τη σωματική του ωραιότητα. Αυτό, τον έκανε επιθυμητό σε αρκετούς & δεν άργησε να έρθει η στιγμή που ο Θεόδωρος θα παρασυρθεί∙ αρνήθηκε τη Χριστιανική του πίστη & ασπάσθηκε τον μουσουλμανισμό. Οι μουσουλμάνοι χάρηκαν για την αλλαξοπιστία του∙ εἰσάγεται & μένει γιὰ ἕξι χρόνια στὰ βασιλικὰ ἀνάκτορα μὲ ἰδιαίτερες τιμές. Τον περιποιούνται με πολλές κολακείες & ανέσεις, διδάσκοντάς τον επί μία εξαετία τα τουρκικά & αραβικά, στα βασιλικά ανάκτορα.
Οι πολλές μελέτες του, τον οδήγησαν σε επαφή με τον Χριστό & στὴ μελέτη & γνώση περὶ τοῦ Θεανθρώπου Λόγου. Θυμήθηκε την πίστη που αρνήθηκε & με τύψεις & δάκρυα αποφάσισε την επιστροφή του. Προσευχόμενος στην Αγία Τριάδα ενδυναμώθηκε στην απόφαση του.
Ο νέος & ωραίος Θεόδωρος περιπλανήθηκε αρκετά σε διάφορους τόπους, για να βρει κατάλληλο πνευματικό, που θα τον βοηθούσε στη συγχώρεση & στη σωτηρία του. Επισκέφθηκε τη Βενετία, όπου αρχιεράτευε ο σοφός & άγιος μητροπολίτης Φιλαδελφείας Γαβριήλ Σεβήρος (1577-1616 μ.Χ.). Ο άγιος αυτός ιεράρχης τον δίδαξε, τον νουθέτησε, τον στήριξε & τον έκειρε μοναχό, ονομάζοντας τον Θεοφάνη. Τον παρότρυνε προς το μαρτύριο, λέγοντας του πως η ολοκλήρωση της μετανοίας του θα είναι να χύσει το αίμα του για τον Χριστό, τον όποιο είχε αρνηθεί. Ο Θεοφάνης, στερεωμένος με αρχιερατικές ευχές, θεία δύναμη & θερμή πίστη, επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη για να μαρτυρήσει.
Περιπλανήθηκε πολύ μέχρι να φθάσει τελικά στο ποθούμενο μαρτύριο. Επειδή δεν κατάφερε να μαρτυρήσει στην Κωνσταντινούπολη, πηγαίνει στην Αθήνα, όπου μετά από τριήμερη προσευχή, παρουσιάζεται στον εκεί δικαστή, με θάρρος, ομολογώντας δημόσια τη Χριστιανική του πίστη. Αναφέρει επίσης στον δικαστή ότι ήτανε λανθασμένη η πρότερη άρνηση του Χριστού. Δεν καταφέρνει όμως, τίποτε & ο δικαστής τον διώχνει. Στη συνέχεια μεταβαίνει στην Εύβοια & στη Λάρισα, προκαλώντας τους δικαστές να τον οδηγήσουν στο μαρτύριο. Στη Λάρισα, ο σκληρός & άγριος δικαστής, διατάζει να τον μαστιγώσουν εξακόσιες φορές. Μέσα από τις πληγές του, ο Άγιος ευχαριστεί τον Θεό που πάσχει, & χαίρεται πραγματικά, θεωρώντας ότι πάσχει άλλος & όχι ο ίδιος. Προσευχόμενος, θεραπεύεται & αναχωρεί για το Άγιον Όρος.
Στο Άγιον Όρος συνάντησε ενάρετους μοναχούς & πνευματικούς, τους οποίους συμβουλεύτηκε & οι οποίοι τον στερέωσαν & τον όπλισαν με τις ευχές & τις ευλογίες τους. Αφού παρέμεινε στη Μονή Βατοπαιδίου, συναντήθηκε εκεί, με τον μελλοντικό υμνογράφο αλλά & βιογράφο του, λόγιο ιεροδιάκονο Συνέσιο τον Βατοπαιδινό.
Ενισχυμένος από το Άγιον Όρος μεταβαίνει & πάλι στην Κωνσταντινούπολη για την εκπλήρωση του σκοπού του. Εκεί, γνωρίζεται με τον νέο του πνευματικό, Ευθύμιο. Ο Ευθύμιος, τον προετοίμασε κατάλληλα για το μαρτύριό του, ώστε να μη δειλιάσει & υποκύψει. Μετέλαβε των αχράντων μυστηρίων & μετά από ολονύκτια, θερμή προσευχή, οδηγήθηκε στο δικαστήριο, νιώθοντας θάρρος & τόλμη, για να ομολογήσει απτόητα τον σταυρωθέντα & αναστηθέντα Χριστό ως τον μόνο αληθινό Θεό.
Με όλη τη δύναμη της ψυχής του, ομολόγησε τον Χριστό Θεό Αληθινό ενώπιον του δικαστηρίου & δήλωσε τη μετάνοια του για την εκτροπή του στη μουσουλμανική θρησκεία. Θυμωμένος ο δικαστής, ζήτησε την άμεση φυλάκισή του, για να σκεφτεί καλύτερα την αρμόζουσα τιμωρία του. Οι δήμιοι, ειρωνευόμενοι, τον οδηγούσαν στη φυλακή κλωτσώντας & ραπίζοντάς τον σκληρά. Πάλι, ο δικαστής, τον κάλεσε να απολογηθεί για να δει μήπως ήταν μεθυσμένος ή σαλεμένος.
Ο Άγιος όμως, με λογική, οξυδέρκεια, ευφράδεια & αποδείξεις, επέμενε ότι αμάρτησε φρικτά που παρασύρθηκε από την ασέβεια, & ότι χαίρεται που επέστρεψε στον Χριστό & ότι δεν πτοείται από καμιά τιμωρία. Ο δικαστής διέταξε να τον μαστιγώσουν επτακόσιες φορές, να τον οδηγήσουν δέσμιο στη φυλακή & να τον φρουρούν όλη νύχτα.
Κατά τη δεύτερη αυτή φυλάκισή του, οι φρουροί τον βασάνιζαν συνέχεια με διάφορα βασανιστήρια ενώ άλλοι τον ειρωνεύονταν. Ο Άγιος προσευχόταν ατάραχα στον Χριστό & στην Υπεραγία Θεοτόκο επί ώρες. Όταν είπε το «Αμήν» της προσευχής του, έγινε μεγάλος σεισμός. Συνταράχθηκαν τα θεμέλια της φυλακής, & ενώ είχε πάει ήδη νύχτα, έλαμψε όλος ο τόπος από υπερουράνιο φως. Ο Άγιος, σε στάση προσευχής, λυμένος από τα δεσμά του, φωτεινός & χαρούμενος, δόξαζε τον Θεό. Οι διώκτες βασανιστές του, είχαν μεταβληθεί από άγρια θηρία σε ήμερα πρόβατα, που ζητούσαν συγχώρεση παρακλητικά, του προσκυνούσαν τα πόδια & τον ικέτευαν να τους ελεήσει για όσα κακά του έκαναν πριν. Μερικοί μάλιστα, ακούγοντας την ωραία διδασκαλία του Οσιομάρτυρα, πίστεψαν στον Χριστό.
Όταν οι άρχοντες πληροφορήθηκαν τα γενόμενα, κάλεσαν τον Θεοφάνη, ξανά στο δικαστήριο για απολογία. Ο Άγιος προσήλθε άφοβος & παρά τις απειλές για τη ζωή του & τις υποσχέσεις, για μια ζωή πολυτελή & άνετη αν αρνηθεί τον Χριστό, επέμενε, υποστηρίζοντας τη Χριστιανική πίστη ως μόνη αληθή, διαλύοντας τα άσοφα επιχειρήματα των δικαστών & εξέθετε την πολλή άγνοιά τους. Απογοητεύτηκαν οι δικαστές από την υπομονή & την επιμονή του, όπως & οι βασανιστές του, που τον παρακολουθούσαν απορημένοι, να χαίρεται στις τιμωρίες που τον υπέβαλαν.
Αποφάσισαν λοιπόν να τον βασανίσουν ακόμα πιο φρικτά & να τον θανατώσουν. Έτσι, διαπερνούν πάσσαλο κατά μήκος του σώματός του, γδέρνουν λωρίδες από το στήθος & την πλάτη του, τον ανεβάζουν σε μουλάρι & τον περιφέρουν στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης προς θεατρινισμό & εξευτελισμό του. Στη συνέχεια, τον ρίχνουν σε τσιγγέλια, που διαπερνούν το σώμα του, τον καταξεσκίζουν & τον αφήνουν αιμόφυρτο.
Μέσα σε όλα αυτά τα φρικτά βασανιστήρια & τους μεγάλους πόνους ο Άγιος, παρέμενε ατάραχος & συνέχιζε να προσεύχεται. Ευχαριστούσε εγκάρδια την Αγία Τριάδα που τον αξίωσε του ποθούμενου & παρακαλούσε να φανεί σημείο στους άπιστους. Μετά την προσευχή του Αγίου, κατέβηκε από τον ουρανό ένα πρωτόγνωρο, ολόλευκο πτηνό σαν περιστέρι. Στη θέα του, ο Άγιος γέμισε χαρά & ευχαρίστηση, ενώ όλοι οι παρόντες έμειναν απορημένοι & έκπληκτοι. Οι Τούρκοι θαυμάζοντας, έλεγαν μεταξύ τους: «Αλήθεια, αληθινός Θεός είναι ο Χριστός, που κηρύττεται και δοξάζεται από τον μάρτυρα».
Το πτηνό έμεινε εκεί τρεις ώρες & έφυγε. Αρχισε να σκοτεινιάζει. Ο Άγιος φώναξε, όπως ο Χριστός στον σταυρό: «διψώ». Οι δήμιοί του, άρπαξαν την ευκαιρία & άρχισαν να τον πειράζουν λέγοντάς του· «γίνε σαν και εμάς και θα σου δώσουμε νερό». Ο Άγιος δεν ταράζεται & τους άπαντα πως, τον δροσίζει ο Χριστός & διψά μόνο τη σωτηρία του.
Μέσα στη νύχτα που ακολούθησε, έγιναν δυνατές βροντές & αστραπές, ενώ ουράνιο φως τύλιξε το ταλαιπωρημένο σώμα του ένδοξου νεομάρτυρα. Οι παριστάμενοι Τούρκοι, ύστερα & από όλα τα θαυμάσια που έβλεπαν, διεκήρυτταν με θαυμασμό, πως, «μία & μόνη των Χριστιανών η ευσέβεια είναι καθαρά αληθινή». Τότε, οι δήμιοι, φοβήθηκαν ότι θα προσηλυτισθεί ο λαός & παίρνοντας στα χέρια τους από ένα αιχμηρό αντικείμενο, άρχισαν να γδέρνουν το πρόσωπό του Αγίου & του έβγαλαν τα μάτια. Ο Άγιος εξέπνευσε, παραδίδοντας το πνεύμα στον Πλάστη του, που τόσο αγάπησε & για τον οποίο αυτοπροαίρετα & πρόθυμα θυσιάστηκε.
Τότε, οι Χριστιανοί της Κωνσταντινούπολης, δίνοντας δώρα & χρήματα στους δήμιους, πήραν τα τίμια λείψανα του μάρτυρα & μάζεψαν με ευλάβεια το αίμα του. Αυτά, έγιναν πηγή θαυμάτων σε ασθενείς & δαιμονισμένους, που τα προσκυνούσαν με πίστη & ευλάβεια, επικαλούμενοι τον Άγιο.
Όσοι, όμως, από τους δημίους πρωτοστάτησαν στην κατακρεούργηση του μάρτυρα, είχαν κακό τέλος. Αλλοι τυφλώθηκαν, άλλοι τρελάθηκαν & μανιασμένοι πνίγηκαν στη θάλασσα, άλλων ξεράθηκαν τα άκρα & ο καθένας έλαβε την ανάλογη & δίκαιη τιμωρία. Ορισμένοι πάλι, μετανόησαν, επικαλέστηκαν τη βοήθεια του Αγίου & έγιναν μάρτυρες & κήρυκες των θαυμάτων του & της Χριστιανικής πίστης & αλήθειας.
Το μαρτύριο του Αγίου τοποθετείται στις 8 Ιουνίου 1559 μ.Χ. ενώ σε κάποιες πηγές, τοποθετείται στις 8 Ιουνίου 1588 μ.Χ.