01/09/2026
☦️🇬🇷 Η 1η Σεπτεμβρίου – Η αρχή του Εκκλησιαστικού Έτους στην Ορθόδοξη Εκκλησία
Μία ιστορικοθεολογική προσέγγιση
Η 1η Σεπτεμβρίου κατέχει ιδιαίτερη θέση στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Θεωρείται η αρχή του Εκκλησιαστικού Έτους, του λεγομένου Ινδικτίου. Η ημέρα αυτή δεν αποτελεί απλώς την έναρξη μιας νέας χρονικής περιόδου του λειτουργικού ημερολογίου, αλλά έχει βαθιά θεολογική σημασία: η Εκκλησία κατανοεί τον χρόνο ως πραγματικότητα που μας χαρίζει ο Θεός, ως χρόνο προσανατολισμένο προς τον Χριστό και αγιασμένο από το σωτηριώδες έργο του Θεού.
1. Η ιστορική προέλευση της 1ης Σεπτεμβρίου
Η σύνδεση της 1ης Σεπτεμβρίου με την αρχή ενός νέου έτους ανάγεται στην ύστερη αρχαιότητα. Στη Ρωμαϊκή και αργότερα στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, η Ινδικτιών αποτελούσε διοικητικό και φορολογικό κύκλο δεκαπέντε ετών. Η 1η Σεπτεμβρίου καθιερώθηκε ως η αρχή του νέου κύκλου της Ινδικτιώνος.
Με την πάροδο του χρόνου, αυτή η αρχικά πολιτειακή ημερολογιακή ημερομηνία απέκτησε εκκλησιαστική σημασία. Ιδιαίτερα στη βυζαντινή παράδοση, η 1η Σεπτεμβρίου θεωρήθηκε αρχή του νέου έτους. Η Εκκλησία δεν υιοθέτησε απλώς έναν υφιστάμενο ημερολογιακό θεσμό, αλλά του έδωσε νέο πνευματικό και σωτηριολογικό περιεχόμενο.
Έτσι, η αρχή ενός κοσμικού χρονικού κύκλου έγινε αφορμή για να ευχαριστήσει ο άνθρωπος τον Θεό για τον χρόνο που πέρασε και να εμπιστευθεί το νέο έτος στην πρόνοια και την ευλογία Του.
2. Η 1η Σεπτεμβρίου και ο Χριστός στη Συναγωγή
Μία ιδιαίτερη θεολογική σύνδεση της ημέρας συναντούμε στην ορθόδοξη λειτουργική παράδοση, σε σχέση με το Ευαγγέλιο του Λουκά 4,16–22.
Εκεί αναφέρεται ότι ο Ιησούς, σύμφωνα με τη συνήθειά Του, πήγε το Σάββατο στη συναγωγή της Ναζαρέτ. Του δόθηκε το βιβλίο του Προφήτη Ησαΐα και διάβασε:
«Πνεῦμα Κυρίου ἐπ’ ἐμὲ, οὗ εἵνεκεν ἔχρισέν με· εὐαγγελίσασθαι πτωχοῖς ἀπέσταλκέ με… κηρύξαι ἐνιαυτὸν Κυρίου δεκτόν».
Με αυτά τα λόγια από τον Ησαΐα 61,1–2, ο Χριστός φανερώνει την έναρξη της δημόσιας διακονίας Του.
Το θεολογικά καθοριστικό σημείο είναι το εξής: ο Χριστός δεν αναγγέλλει απλώς ένα νέο ημερολογιακό έτος. Αναγγέλλει την έναρξη ενός νέου χρόνου εν Θεώ.
Ο «ἐνιαυτὸς Κυρίου δεκτός» είναι ο μεσσιανικός χρόνος που αρχίζει με την έλευση του Χριστού στον κόσμο. Στον Χριστό η ανθρώπινη ιστορία αποκτά νέο κέντρο. Ο χρόνος γίνεται χρόνος σωτηρίας.
3. Ο Χριστός ως κέντρο του χρόνου
Η Ορθόδοξη θεολογία δεν θεωρεί τον Χριστό απλώς ως μία ιστορική προσωπικότητα μέσα στην ανθρώπινη ιστορία. Ο Χριστός είναι Εκείνος διά του οποίου η ιστορία αποκτά το αληθινό της νόημα.
Με την ενανθρώπηση του Υιού του Θεού, η αιωνιότητα εισέρχεται στον χρόνο. Ο αιώνιος Λόγος προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση και γίνεται αληθινός άνθρωπος. Έτσι, ο ανθρώπινος χρόνος συνδέεται με μοναδικό τρόπο με την αιωνιότητα του Θεού.
Γι’ αυτό η Εκκλησία μπορεί να βλέπει πνευματικά την αρχή ενός νέου έτους ως υπενθύμιση ότι κάθε χρόνος ανήκει στον Χριστό.
Το Εκκλησιαστικό Έτος δεν είναι απλώς μία διαδοχή μηνών, εορτών και μνημών. Είναι λειτουργική συμμετοχή στο μυστήριο του Χριστού:
* τη Γέννησή Του,
* τη Βάπτισή Του,
* τη δημόσια δράση και διδασκαλία Του,
* το Πάθος και τον Σταυρό Του,
* την Ανάστασή Του,
* την Ανάληψή Του,
* την επιφοίτηση και αποστολή του Αγίου Πνεύματος
* και την προσδοκία της Δευτέρας Παρουσίας Του.
Μέσα στη Θεία Λειτουργία και στον λειτουργικό χρόνο, ολόκληρη η ζωή της Εκκλησίας προσανατολίζεται προς τον Χριστό.
4. «Ἐνιαυτὸς Κυρίου δεκτός» – Ο χρόνος ως δωρεά
Η φράση «ἐνιαυτὸς Κυρίου δεκτός» είναι ιδιαίτερα σημαντική για την κατανόηση της 1ης Σεπτεμβρίου.
Η έκφραση αυτή παραπέμπει επίσης στην Παλαιοδιαθηκική παράδοση του Ιωβηλαίου Έτους. Στο βιβλίο του Λευιτικού, το Ιωβηλαίο παρουσιάζεται ως χρόνος απελευθέρωσης, άφεσης και αποκατάστασης.
Ο Χριστός εκπληρώνει αυτή την προσδοκία όχι απλώς με μία εξωτερική πολιτική ή κοινωνική απελευθέρωση. Στο ίδιο το Πρόσωπό Του αρχίζει η οριστική απελευθέρωση του ανθρώπου από την εξουσία της αμαρτίας και του θανάτου.
Γι’ αυτό ο χρόνος, σύμφωνα με τη χριστιανική κατανόηση, αποκτά και εσχατολογική διάσταση:
Κάθε νέο έτος μας υπενθυμίζει ότι πορευόμαστε προς την ολοκλήρωση του χρόνου εν Χριστώ.
5. Το Εκκλησιαστικό Έτος ως εικόνα της Θείας Οικονομίας
Το Ορθόδοξο Εκκλησιαστικό Έτος αποτελεί μία πνευματική απεικόνιση της ιστορίας της Θείας Οικονομίας.
Οι μεγάλες εορτές δεν είναι απλώς αναμνήσεις γεγονότων του παρελθόντος. Μέσα στη λειτουργική ζωή, οι πιστοί εισέρχονται στο μυστήριο του Χριστού.
Η Εκκλησία, για παράδειγμα, δεν εορτάζει τα Χριστούγεννα μόνο ως ανάμνηση της Γεννήσεως του Χριστού πριν από δύο χιλιάδες χρόνια. Διακηρύσσει ότι Εκείνος που τότε έγινε άνθρωπος είναι και σήμερα παρών και ενεργός μέσα στην Εκκλησία Του.
Το ίδιο ισχύει για το Πάσχα, την Πεντηκοστή και όλες τις μεγάλες εορτές.
Η Θεία Λειτουργία μας φανερώνει ότι:
Η ιστορία της σωτηρίας είναι ταυτόχρονα παρελθόν, παρόν και μέλλον.
Παρελθόν, διότι ο Θεός πράγματι ενήργησε μέσα στην ιστορία.
Παρόν, διότι ο Χριστός είναι ζωντανός και παρών μέσα στην Εκκλησία Του.
Μέλλον, διότι η ιστορία πορεύεται προς τη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού και την πλήρη φανέρωση της Βασιλείας του Θεού.
6. Η 1η Σεπτεμβρίου ως ημέρα ευχαριστίας και σεβασμού προς τη δημιουργία
Στην Ορθόδοξη παράδοση, η 1η Σεπτεμβρίου συνδέεται επίσης έντονα με τη δημιουργία.
Η αρχή του νέου έτους αποτελεί ευκαιρία να ευχαριστήσουμε τον Θεό για τη δημιουργία και για όλες τις δωρεές που λάβαμε κατά το προηγούμενο έτος. Ταυτόχρονα, μας υπενθυμίζει ότι ο άνθρωπος δεν είναι ιδιοκτήτης της δημιουργίας, αλλά οικονόμος και διαχειριστής των δωρεών του Θεού.
Ο ίδιος ο χρόνος είναι δωρεά.
Κάθε ημέρα, κάθε μήνας και κάθε έτος εμπιστεύονται στον άνθρωπο από τον Θεό. Γι’ αυτό το Εκκλησιαστικό Έτος αρχίζει με πνεύμα ευχαριστίας, μετανοίας και ελπίδας.
Το ερώτημα δεν είναι μόνο:
«Τι θα επιτύχουμε κατά το νέο αυτό έτος;»
Αλλά κυρίως:
«Πώς θα ζήσουμε ενώπιον του Θεού τον χρόνο που Εκείνος μας χαρίζει;»
7. Η 1η Σεπτεμβρίου και η ανανέωση του ανθρώπου
Ένα νέο έτος αποτελεί για την Εκκλησία και πρόσκληση για προσωπική ανανέωση.
Η αρχή του Εκκλησιαστικού Έτους υπενθυμίζει στον χριστιανό ότι ο χρόνος δεν περνά απλώς και μηχανικά. Κάθε στιγμή έχει πνευματική σημασία.
Ο Απόστολος Παύλος γράφει:
«ἐξαγοραζόμενοι τὸν καιρόν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσιν.»
(Εφεσίους 5,16)
Η χριστιανική κλήση είναι, επομένως, να μην αφήνουμε τον χρόνο να περνά μάταια, αλλά να τον μεταμορφώνουμε σε προσευχή, αγάπη, ελεημοσύνη, μετάνοια και κοινωνία με τον Θεό.
Η 1η Σεπτεμβρίου γίνεται έτσι ένας πνευματικός νέος ξεκίνημα.
Δεν είναι το ημερολόγιο που αλλάζει τον άνθρωπο, αλλά η χάρη του Θεού, η οποία καλεί τον άνθρωπο σε μετάνοια και σε νέα ζωή.
8. Η ιστορική και θεολογική σημασία της Ινδικτιώνος
Ο όρος Ινδικτιών μας υπενθυμίζει την ιστορική προέλευση της ημερομηνίας. Η Εκκλησία παρέλαβε έναν ήδη υπάρχοντα χρονικό κύκλο και του έδωσε χριστολογική ερμηνεία.
Αυτό είναι χαρακτηριστικό της εκκλησιαστικής παράδοσης: η Εκκλησία δεν απορρίπτει τον χρόνο του κόσμου, αλλά τον αγιάζει και τον προσανατολίζει προς τον Θεό.
Έτσι, ένας αρχικά διοικητικός κύκλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας συνδέθηκε με την έναρξη του λειτουργικού έτους.
Εδώ φανερώνεται μία βασική χριστιανική αντίληψη:
Ο κοσμικός χρόνος μεταμορφώνεται μέσα στη λειτουργική ζωή σε χρόνο της Θείας Οικονομίας.
9. Η 1η Σεπτεμβρίου ως ελπίδα για το μέλλον
Η αρχή του Εκκλησιαστικού Έτους στρέφει τελικά το βλέμμα μας προς τα εμπρός.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία ζει με την προσδοκία της ερχόμενης Βασιλείας του Θεού. Κάθε νέο έτος μας υπενθυμίζει ότι ο χρόνος μας είναι περιορισμένος και ότι η ιστορία πορεύεται προς την ολοκλήρωσή της.
Το Εκκλησιαστικό Έτος δεν αρχίζει με το μήνυμα:
«Ένας ακόμη χρόνος πέρασε.»
Αλλά με την ελπίδα:
«Ο Θεός μας χαρίζει νέο χρόνο, για να πορευθούμε προς συνάντησή Του.»
Η 1η Σεπτεμβρίου είναι, επομένως, ημέρα ευχαριστίας για το παρελθόν, ευθύνης για το παρόν και ελπίδας για το μέλλον.
Η 1η Σεπτεμβρίου είναι, λοιπόν, στην Ορθόδοξη Εκκλησία πολύ περισσότερο από μία ημερολογιακή αρχή.
Συνδέει την Ιστορία, τη Λειτουργία, τη Χριστολογία, την Εσχατολογία και τη Θεολογία της Δημιουργίας.
Ιστορικά, συνδέεται με τον βυζαντινό κύκλο της Ινδικτιώνος. Λειτουργικά, σηματοδοτεί την έναρξη του Εκκλησιαστικού Έτους. Θεολογικά, συνδέεται με την αναγγελία του Χριστού για τον «ἐνιαυτὸν Κυρίου δεκτόν». Πνευματικά, καλεί τον άνθρωπο σε ευχαριστία, μετάνοια και ανανέωση.
Ο ίδιος ο Χριστός είναι το κέντρο και ο σκοπός του χρόνου.
Η 1η Σεπτεμβρίου μας υπενθυμίζει, επομένως, μία θεμελιώδη αλήθεια της χριστιανικής πίστεως:
Ο χρόνος ανήκει στον Θεό. Κάθε αρχή είναι δωρεά, κάθε στιγμή είναι μία δυνατότητα μετανοίας και ολόκληρη η ιστορία πορεύεται προς τον Χριστό – προς τη Βασιλεία του Θεού, όπου ο χρόνος θα βρει την τελείωσή του.
Γι’ αυτό το Εκκλησιαστικό Έτος αρχίζει με μία προσευχή ευχαριστίας και ελπίδας:
Είθε ο Θεός να ευλογήσει το νέο Εκκλησιαστικό Έτος, να αγιάσει τον χρόνο μας, να διαφυλάξει και να προστατεύσει τη δημιουργία και, διά της χάριτός Του, να μας οδηγήσει πλησιέστερα στον Χριστό – τον Κύριο του χρόνου και της αιωνιότητας.
Αμήν.
☦️ Ευλογημένο και καλό Εκκλησιαστικό Έτος! ❤️
Αγαπητοί μου αδελφοί και αδελφές εν Χριστώ, αγαπητοί μου ενορίτες!
Με αφορμή τη σημερινή 1η Σεπτεμβρίου, ημέρα κατά την οποία αρχίζει το Ορθόδοξο Εκκλησιαστικό Έτος (Ινδίκτιος), εύχομαι από καρδιάς σε όλους εσάς και στις οικογένειές σας την πλούσια ευλογία του Θεού, υγεία και βαθιά ειρήνη!
Είθε ο Κύριος να προστατεύει την ενορία μας κατά το νέο Εκκλησιαστικό Έτος, να ενισχύει την πίστη μας και να μας αξιώνει να δοξάζουμε και να υμνούμε με αγάπη το άγιο Όνομά Του.
Χαίρομαι και προσβλέπω με χαρά στην κοινή μας πορεία κατά το νέο Εκκλησιαστικό Έτος!
Με αγάπη και ταπείνωση, εν Χριστώ ενωμένος μαζί σας,
ο π. Μάρκος
☦️🇦🇹 Der 1. September – Beginn des Kirchenjahres in der orthodoxen Kirche
Eine historisch-theologische Betrachtung
Der 1. September nimmt in der orthodoxen Kirche eine besondere Stellung ein. Er gilt als Beginn des kirchlichen Jahres, des sogenannten Indikts. Dieser Tag ist nicht lediglich der Beginn eines neuen Zeitabschnitts im liturgischen Kalender, sondern besitzt eine tiefe theologische Bedeutung: Die Kirche versteht die Zeit als eine von Gott geschenkte Wirklichkeit, die auf Christus hin ausgerichtet und durch das Heilshandeln Gottes geheiligt wird.
1. Der historische Ursprung des 1. September
Die Verbindung des 1. September mit dem Beginn eines neuen Jahres reicht in die spätantike Welt zurück. Im Römischen und später im Byzantinischen Reich war der Indikt ein Verwaltungs- und Steuerzyklus von fünfzehn Jahren. Der 1. September wurde dabei zum Beginn des neuen Indiktionsjahres.
Mit der Zeit erhielt dieser ursprünglich staatliche Kalendertermin eine kirchliche Bedeutung. Besonders in der byzantinischen Tradition wurde der 1. September als Beginn des neuen Jahres verstanden. Die Kirche übernahm den bestehenden Kalender nicht einfach unverändert, sondern gab ihm eine neue geistliche und heilsgeschichtliche Bedeutung.
So wurde aus dem Beginn eines weltlichen Zeitzyklus ein Anlass, Gott für die vergangene Zeit zu danken und das kommende Jahr seiner Vorsehung anzuvertrauen.
2. Der 1. September und Christus in der Synagoge
Eine besondere theologische Begründung des Tages findet sich in der orthodoxen liturgischen Tradition im Zusammenhang mit dem Evangelium von Lukas 4,16–22.
Dort wird berichtet, dass Jesus nach seiner Gewohnheit am Sabbat in die Synagoge von Nazareth ging. Ihm wurde die Schrift des Propheten Jesaja gegeben. Er las:
„Der Geist des Herrn ist auf mir, weil er mich gesalbt hat. Er hat mich gesandt, den Armen frohe Botschaft zu bringen … das Gnadenjahr des Herrn auszurufen.“
Mit diesen Worten aus Jesaja 61,1–2 offenbart Christus den Beginn seines öffentlichen Wirkens.
Theologisch entscheidend ist dabei: Christus kündigt nicht einfach ein neues Kalenderjahr an. Er verkündet den Beginn einer neuen Zeit in Gott.
Das „Gnadenjahr des Herrn“ bezeichnet die messianische Zeit, die mit dem Kommen Christi in die Welt anbricht. In Christus erhält die menschliche Geschichte eine neue Mitte. Die Zeit wird zur Heilszeit.
3. Christus als Mitte der Zeit
Die orthodoxe Theologie betrachtet Christus nicht nur als eine Gestalt innerhalb der Geschichte. Er ist derjenige, durch den die Geschichte ihren eigentlichen Sinn erhält.
Mit der Menschwerdung des Sohnes Gottes tritt die Ewigkeit in die Zeit ein. Der ewige Logos nimmt menschliche Natur an und wird wirklich Mensch. Dadurch wird die menschliche Zeit auf eine einzigartige Weise mit der Ewigkeit Gottes verbunden.
Deshalb kann die Kirche den Beginn eines neuen Jahres geistlich als Erinnerung daran verstehen, dass jede Zeit Christus gehört.
Das Kirchenjahr ist somit nicht bloß eine Abfolge von Monaten, Festen und Gedenktagen. Es ist eine liturgische Teilnahme am Geheimnis Christi:
* seine Geburt,
* seine Taufe,
* sein öffentliches Wirken,
* sein Leiden und sein Kreuz,
* seine Auferstehung,
* seine Himmelfahrt,
* die Sendung des Heiligen Geistes
* und die Erwartung seiner Wiederkunft.
Die Zeit wird in der Liturgie gleichsam auf Christus hin gesammelt.
4. „Gnadenjahr des Herrn“ – die Zeit als Gabe
Der Ausdruck „Gnadenjahr des Herrn“ ist für das Verständnis des 1. September besonders wichtig.
Das griechische Evangelium spricht vom „ἐνιαυτὸν Κυρίου δεκτόν“, dem „angenehmen“, „wohlgefälligen“ oder „Gnadenjahr des Herrn“.
Dieser Ausdruck erinnert zugleich an die alttestamentliche Tradition des Jubeljahres. Im Buch Levitikus wird das Jubeljahr als eine Zeit der Befreiung, des Erlasses und der Wiederherstellung beschrieben.
Christus erfüllt diese Erwartung nicht lediglich durch einen äußeren politischen oder sozialen Erlass. In ihm selbst beginnt die endgültige Befreiung des Menschen von der Macht der Sünde und des Todes.
Daher erhält die Zeit im christlichen Verständnis eine eschatologische Dimension:
Jedes neue Jahr erinnert uns daran, dass wir auf die Vollendung der Zeit in Christus zugehen.
5. Das Kirchenjahr als Ikone der Heilsgeschichte
Das orthodoxe Kirchenjahr ist eine geistliche Darstellung der Heilsgeschichte.
Die großen Feste sind nicht bloß Erinnerungen an vergangene Ereignisse. Durch die Liturgie werden die Gläubigen in das Geheimnis Christi hineingenommen.
Die Kirche feiert beispielsweise Weihnachten nicht nur als Erinnerung daran, dass Christus vor zweitausend Jahren geboren wurde. Sie verkündet vielmehr, dass derjenige, der damals Mensch geworden ist, auch heute gegenwärtig und wirksam ist.
Dasselbe gilt für Pascha, Pfingsten und die übrigen Feste.
Die Liturgie macht deutlich:
Die Heilsgeschichte ist Vergangenheit, Gegenwart und Zukunft zugleich.
Vergangenheit, weil Gott tatsächlich in der Geschichte gehandelt hat.
Gegenwart, weil Christus in seiner Kirche lebendig und gegenwärtig ist.
Zukunft, weil die Geschichte auf die endgültige Wiederkunft Christi und das Reich Gottes zuläuft.
6. Der 1. September als Tag des Dankes und der Schöpfung
In der orthodoxen Tradition besitzt der 1. September darüber hinaus eine starke Beziehung zur Schöpfung.
Der Beginn des neuen Jahres lädt dazu ein, Gott für die Schöpfung und für die Gaben des vergangenen Jahres zu danken. Gleichzeitig erinnert er daran, dass der Mensch nicht Besitzer, sondern Verwalter der Schöpfung Gottes ist.
Die Zeit selbst ist eine Gabe.
Jeder Tag, jeder Monat und jedes Jahr sind dem Menschen anvertraut. Deshalb beginnt das Kirchenjahr mit einer geistlichen Haltung des Dankes, der Umkehr und der Hoffnung.
Die Frage lautet nicht nur:
„Was werden wir in diesem neuen Jahr erreichen?“
Sondern vielmehr:
„Wie werden wir die Zeit, die Gott uns schenkt, vor Ihm leben?“
7. Der 1. September und die Erneuerung des Menschen
Ein neues Jahr bedeutet für die Kirche auch eine Einladung zur persönlichen Erneuerung.
Der Beginn des Kirchenjahres erinnert den Christen daran, dass die Zeit nicht einfach verstreicht. Jeder Augenblick besitzt eine geistliche Bedeutung.
Der Apostel Paulus schreibt:
„Kauft die Zeit aus, denn die Tage sind böse.“
(Epheser 5,16)
Die christliche Berufung besteht daher darin, die Zeit nicht sinnlos verstreichen zu lassen, sondern sie in Gebet, Liebe, Barmherzigkeit, Umkehr und Gemeinschaft mit Gott zu verwandeln.
Der 1. September wird damit zu einer Art geistlichem Neubeginn.
Nicht der Kalender verändert den Menschen, sondern die Gnade Gottes, die den Menschen zur Umkehr und zu einem neuen Leben ruft.
8. Historische und theologische Bedeutung des Indikts
Der Begriff Indiktion/Indikt erinnert an die historische Herkunft des Datums. Die Kirche hat einen bestehenden Zeitrhythmus übernommen und ihn christologisch gedeutet.
Dies ist typisch für die kirchliche Tradition: Die Kirche begegnet der Welt nicht, indem sie die Zeit einfach verwirft, sondern indem sie die Zeit heiligt und auf Gott ausrichtet.
Aus einem Verwaltungszyklus des Byzantinischen Reiches wurde ein liturgischer Anfang des Jahres.
Damit zeigt sich ein grundlegendes christliches Verständnis:
Die Weltzeit wird in der Liturgie zur Heilsgeschichte.
9. Der 1. September als Hoffnung auf die Zukunft
Der Beginn des Kirchenjahres richtet den Blick schließlich nach vorne.
Die orthodoxe Kirche lebt aus der Erwartung des kommenden Reiches Gottes. Jedes neue Jahr erinnert deshalb daran, dass unsere Zeit begrenzt ist und dass die Geschichte auf ihre Vollendung zuläuft.
Das Kirchenjahr beginnt nicht mit der Botschaft:
„Ein weiteres Jahr ist vergangen.“
Sondern mit der Hoffnung:
„Gott schenkt uns neue Zeit, damit wir Ihm entgegengehen.“
Der 1. September ist daher ein Tag des Dankes für die Vergangenheit, der Verantwortung in der Gegenwart und der Hoffnung auf die Zukunft.
Der 1. September ist in der orthodoxen Kirche deshalb weit mehr als ein kalendarischer Jahresanfang.
Er verbindet Geschichte, Liturgie, Christologie, Eschatologie und Schöpfungstheologie.
Historisch steht der Tag in Verbindung mit dem byzantinischen Indiktionszyklus. Liturgisch eröffnet er den Jahreskreis der Kirche. Theologisch wird er mit der Verkündigung Christi vom „Gnadenjahr des Herrn“ verbunden. Geistlich ruft er den Menschen zur Dankbarkeit, Umkehr und Erneuerung auf.
Christus selbst ist dabei die Mitte und das Ziel der Zeit.
Der 1. September erinnert uns somit an eine grundlegende Wahrheit des christlichen Glaubens:
Die Zeit gehört Gott. Jeder Anfang ist eine Gabe, jeder Augenblick eine Möglichkeit zur Umkehr, und die gesamte Geschichte bewegt sich auf Christus zu – auf das Reich Gottes, in dem die Zeit ihre Vollendung findet.
Darum beginnt das Kirchenjahr mit einem Gebet des Dankes und der Hoffnung:
Möge Gott das neue Jahr segnen, unsere Zeit heiligen, die Schöpfung bewahren und uns durch seine Gnade näher zu Christus führen – dem Herrn der Zeit und der Ewigkeit.
Amen